Μιλώντας στο Bloomberg, ο Ευρωπαίος επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Βάλντις Ντομπρόβσκις ανέφερε ότι η μετάβαση της ΕΕ από τον ρωσικό ενεργειακό εφοδιασμό έχει «σε γενικές γραμμές ολοκληρωθεί».
Τη Νορβηγία και τις Ηνωμένες Πολιτείες παρουσίασε ως τους βασικούς προμηθευτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επισήμανε ότι χρειάστηκε, καταρχήν, επένδυση στη διαφοροποίηση του εφοδιασμού σε φυσικό αέριο και ότι αυτό βοηθά την Ένωση. Παράλληλα, πρόσθεσε, πρέπει να συνεχιστεί η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης.
Από 39% το 2022, το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ έφτασε το 47% το 2025. Η μεταβολή αυτή μείωσε τον αντίκτυπο που είχε η αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος.
Η επικεφαλής οικονομολόγος της ING, Marieke Blom, εκτίμησε μιλώντας στο Bloomberg ότι η κατανάλωση φυσικού αερίου έχει μειωθεί κατά περίπου 15% έναντι των επιπέδων πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αυτό, είπε, κατέστησε καταναλωτές και βιομηχανία λιγότερο ευάλωτους.
Τον Ιανουάριο του 2026 η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέληξε σε σχέδιο που προβλέπει πλήρη απαγόρευση των προμηθειών ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου από την 1η Ιανουαρίου 2027 και του φυσικού αερίου μέσω αγωγών από τις 30 Σεπτεμβρίου 2027.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τα μέλη της ΕΕ θα μπορούν να κρατήσουν σε ισχύ τη χρήση ρωσικού φυσικού αερίου έως τις 31 Οκτωβρίου 2027.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δηλώσει ότι αγορές φυσικού αερίου από τη Ρωσία δεν θα επαναληφθούν πριν τελειώσει η σύγκρουση στην Ουκρανία.

































